- μαροκέν
- τοάκλ. (λ. γαλλ.), είδος μαλακού υφάσματος που μοιάζει με μαροκινό δέρμα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
μαροκέν — το μαροκινό (βλ. μαροκινός). [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. maroquin «μαροκινός» < Marocco] … Dictionary of Greek